Thursday, 20 October 2011

Σκοτάδι...

...απ' αυτό που σε τυλίγει, σε αγκαλιάζει... που σε κάνει να θες να βουλιάξεις και να αφεθείς εκεί, στην παγωμένη του ηρεμία... Να κλείσεις τ' αυτιά σου στα χέρια σου και να σφαλίσεις τα μάτια, να μην ξέρεις, να μη θυμάσαι, να... λείψεις για μια στιγμή απ' τη ζωή σου...

Αλλά αυτό που σε πνίγει πιο πολύ, που κλείνει τα πνευμόνια σου και σου κόβει την ανάσα... είναι ένα γαμημένο ερώτημα: τι σκατά άνθρωπος είμαι;...

Thursday, 13 October 2011

Cloudchasing

Γράψε! Γράψε! ούρλιαζε η φωνή μέσα μου. Μα... εδώ, στη μέση του πουθενά, δεν έχω τίποτα μαζί μου, ούτε χαρτί ούτε μολύβι, απάντησα. Δεν πειράζει, κράτα μέσα σου σφιχτά το πώς νιώθεις αυτή τη στιγμή, κλείστο στην ψυχή σου, και μόλις βρεις έστω ένα κομματάκι χαρτί, κάτσε και γράψε!

Οκ, θα το κάνω, υποσχέθηκα σιωπηλά

Εύκολο το 'χεις όμως ρε συ; Να μεταβολίσεις τέτοια ομορφιά; Πού στο καλό να βρεις τα λόγια για να την βγάλεις από μέσα σου και να ..θυμίζει έστω λίγο αυτό που μπήκε;

Και φτάνει κάποια στιγμή η ανάγκη σου να είναι τόση που να σε πονάει. Να σε πονάει που τα λόγια είναι φτωχά, γαμώτο, είναι μικρά, είναι λίγα για να μιλήσουν για κάτι τέτοιο. Έχει εικοσιτέσσερα μόνο γράμματα η αλφαβήτα και πώς να κλείσεις εκεί μέσα την απεραντοσύνη του κόσμου; Ψάχνεις τρόπο, αλλάζεις γλώσσα, αλλά ξάφνου όλες οι γλώσσες είναι ξένες.

Έλα γαμώτο, ξεκίνα από κάπου, ήρθε πάλι η φωνή. Πιάσου, βρες μια κλωστίτσα και τ' άλλα θα έρθουν μόνα τους. Να, ορίστε, έχεις κιόλας πίσω σου λίγες γραμμές. Συνέχισε, μην κοιτάς πίσω, αφέσου ρε! Δεν είναι λόγια, είναι μελωδία, είναι ζωγραφιά. Κι αν δεν μπορείς να μιλήσεις γι' αυτό, τραγούδα το. Ζωγράφισέ το. Τις έχεις τις μπογιές σου, ξύπνα επιτέλους. Διώξε το φόβο κι αφέσου.

Ναι, ξέρω, είναι δύσκολο. Είναι στ' αλήθεια δύσκολο να εξηγήσεις πώς είναι να κυνηγάς ένα σύννεφο, απόγευμα ψηλά σ' ένα βουνό, κι ο ήλιος να παίζει με την ψυχή σου ένα παιχνίδι που έμοιαζε να 'ναι γνωστό από πάντα κι εντελώς καινούριο την ίδια στιγμή.

Με τι λόγια να μιλήσεις για το δέος; Πως να περιγράψεις τη στιγμή που.. μίκρυνες μπροστά σ' όλο αυτό, μέχρι που έγινες μια κουκκίδα; Κι όλα γύρω σε πήραν στην αγκαλιά τους, σ' έναν άγνωστο χορό, υπέροχο, και σε μεθούσε κάθε σου ανάσα; Πώς να μιλήσεις γι' αυτό το φως, όταν και τα μάτια σου τα ίδια δεν πίστευαν αυτό που σου έλεγαν; (Έι, δεν σε γέλασαν τα μάτια σου, θυμήσου... Θυμήσου τι είπατε...)

Ναι, μπορεί και να 'χες δίκιο τελικά... Δε φτάνουν οι λέξεις, για να περιγράψεις αυτό που έζησες. Αλλά πες αλήθεια: δε νιώθεις πολύ καλύτερα τώρα;




Monday, 26 September 2011

Error 263

Ξεκινάς λοιπόν για μια βολτούλα απογευματινή, κάπου στον κόσμο,
ή μάλλον σχεδόν σ' όλο τον κόσμο, και... πέφτεις πάνω στον τοίχο!
Σόρρυ, χάσατε.
Όχι ρε γαμώτο... κι είχα όρεξη για βολτούλα σήμερα!
Και τι πάει να πει δηλαδή "τεχνικό σφάλμα";



Ε, μερικές φορές, σπάνια, πολύ σπάνια..., αγαπημένε μου φίλε, 
τεχνικό σφάλμα πάει να πει ..θάλασσα. 
Ναι, ανοιχτή, γαλάζια θάλασσα. 
Πάει να πει ταξίδι, απ' αυτά που δεν ξέρεις πού θα σε βγάλουν.
Αλλά... όσα κύματα κι αν έρθουν, δεν φοβάσαι.
Γιατί το πλοίο σου έχει για όνομα τρία Έψιλον. 
Γιατί ο αέρας, και κόντρα ακόμα, είναι φίλος σου. 

Κάποιες, πολύ πολύ σπάνιες, φορές, τεχνικό σφάλμα πάει να πει πως...
...απ' τα δύο έγιν' ένα. Κι από το ένα, φως.

Sunday, 18 September 2011

Lost... and found again...

Σήμερα χάθηκε κάτι. Κάτι παλιό, αγαπημένο, πολύτιμο...

Από εκείνα τα πράγματα που... θυμάσαι να ήταν πάντα εκεί, ακόμα κι όταν δεν τα έβλεπες, ήξερες πως είναι στη θέση τους, ασφαλή. Κι όσο ήταν εκείνα ασφαλή, ήταν μαζί κι ο κόσμος, όπως τον είχες ζωγραφίσει κάποτε στην καρδιά σου, όταν πρωτοδιάλεγες τα πινέλα και την παλέτα σου. Όταν πρωτογέμιζε η ψυχή σου με μουσικές. Όταν πρωτοταξίδευες σε κόσμους άγνωστους, καινούριους, κι έφτιαχνες με τις εικόνες τους τον δικό σου, τον κατάδικό σου, μικρό κόσμο.

Ήταν κάποτε όλη η μαγεία της ζωής σου αυτά τα λίγα πραγματάκια. Έκλειναν μέσα τους όλα τα όνειρα που σε περίμεναν να τα ζήσεις. Όλο το φως και το σκοτάδι της ψυχής σου, στην πιο αγνή μορφή του. 

Σου είχαν εξηγήσει πως requiem σημαίνει "ανάπαυση" και πως πρόκειται για νεκρώσιμη ακολουθία. Αλλά, μ' ένα ανεξήγητο πείσμα, -κι όπως πάντα, κόντρα στον πατέρα σου, που το θεωρούσε ..γρουσουζιά ν' ακούς κάθε Κυριακή, με το που ξύπναγες, κάτι που έχει γραφτεί για να ξεπροβοδίζει όσους φεύγουν μια και καλή από 'δω- κάθε που σηκωνόσουν κυριακάτικα απ' το κρεβάτι, έτρεχες στο στερεοφωνικό, άνοιγες ευλαβικά το κουτί απ' το σιντί, έβγαζες προσεκτικά το βιβλιαράκι, και.. καθόσουν λοξά στην πολυθρόνα (απ' τα λίγα πράγματα που εκνεύριζαν τη μητέρα σου, γιατί... θα χαλάσεις το ξύλο, κοίτα πώς το 'χεις κάνει!), χαζεύοντας μαγνητισμένη την εικόνα του εξωφύλλου, με μιαν αχόρταγη ανάγκη να βγάλεις φτερά, σαν κι αυτά που είχε ο Άγγελος στη φωτογραφία, και να πετάξεις, όπως θα πετούσε κι εκείνος τώρα δα! (αν μόνο δεν ήταν μαρμάρινος)... Ναι, μπορεί να είχε γραφτεί για το θάνατο τούτη η μουσική, αλλά.. εσύ εκείνες τις στιγμές ένιωθες πιο ζωντανή από ποτέ! 

[Λίγο αργότερα θα μάθαινες πως... παρόμοια συναισθήματα γεννούν και μερικές άλλες πολύτιμες στιγμές, όπως όταν πρωτοερωτεύεσαι, όταν ξυπνάς το πρωί σε μια αγαπημένη αγκαλιά, όταν έχεις μεθύσει λίγο, όσο ακριβώς χρειάζεται, όταν χώνεις τη μύτη σου σε μια κούπα φρέσκο γαλλικό καφέ, που έχει φτιάξει κάποιος άλλος, μόνο για σένα. Ή όταν μένεις επιτέλους μόνη, όταν κλείνει η πόρτα κι είσαι ...σπίτι, όταν περπατάς χαμογελώντας προς τη δουλειά, περνώντας από μέρη αγαπημένα. Όταν ακουμπάς στην κουπαστή με το θαλασσινό αεράκι να σε χαιδεύει. Όταν βουτάς σε καθαρά, παγωμένα νερά. Όταν κάνεις έρωτα με κάποιον που αγαπάς. Αλλά αυτά θα έρχονταν αργότερα.]

Κι ήταν έτσι τούτη η μουσική, που είχε γραφτεί για να συνοδεύει το θάνατο, απ' τα πιο φωτεινά βέλη που είχες στη φαρέτρα σου. Μαζί με μερικά βιβλία, τις σελίδες όπου έγραφες ό,τι σου ερχόταν στο μυαλό όταν κλεινόσουν στο δωμάτιό σου για να αναπνεύσεις ελεύθερα, και μερικές ακόμα μουσικές... Ήταν πηχτό το σκοτάδι ώρες ώρες, αλλά.. μ' αυτά τα βέλη το 'σκιζες, άνοιγες μικρές μικρές τρυπίτσες, να μπει το φως. Κι όσο ήξερες πως όλα ήταν εκεί, ο κόσμος (σου) ήταν στη θέση του, ασφαλής. 

Και τα χρόνια περνούσαν, με τη μυστική σου φαρέτρα κάπου καλά φυλαγμένη όσο εσύ ταξίδευες μακριά. Ώσπου... γύρισες κάποια στιγμή σπίτι και τη ζήτησες. Θέλησες να ξανακούσεις αυτή τη μουσική, τώρα που κάθε τι ξένο το 'χες πετάξει από πάνω σου. Ναι, είχε έρθει η ώρα ..να δεις πώς θα 'ναι να τ' ακούς και να μην πρέπει να ξορκίσεις το σκοτάδι.

Αλλά η κρυψώνα ήταν άδεια. Πού πήγε ο Άγγελός σου; Πού πήγε η μουσική; Πού πήγαν όλα; Πώς γίνεται να μην είναι εκεί; Και τι θα απογίνει ο κόσμος σου, αν αυτά λείπουν; (Σου έχουν τραβήξει ποτέ τα σωθικά με τα χέρια, να στα ξεριζώσουν; Αν στα είχαν τραβήξει, δεν θα με διάβαζες αυτή τη στιγμή. Αλλά προσπάθησε τουλάχιστον να φανταστείς πώς θα ήταν.)

[Μια αιωνιότητα αργότερα, χτυπάει το τηλέφωνο. "Αγάπη μου, κάτω από το γραφείο σου κοίταξες; Έχει κι εκεί σιντί." Όχι, δεν είχες κοιτάξει, παραδέξου το.]

Ο κόσμος ήρθε στη θέση του. Κι εσύ, Σάββατο βράδυ αυτή τη φορά, κάθεσαι σ' ένα άλλο σπίτι, το δικό σου, με μια μπύρα στο χέρι, ν' ακούσεις επιτέλους μια μουσική που μπορεί όλοι οι άλλοι να την έχουν συνδέσει με ένα σκοτάδι που δεν τελειώνει, αλλά.... (Άστους, ρε, τι σε νοιάζει; Εσύ θα τους μάθεις πώς μετουσιώνεται το σκοτάδι σε φως; Όχι, αγάπη μου, όποιος θέλει ας το καταλάβει χωρίς εξηγήσεις. Αρκετά εξήγησες. Τώρα άκου. Κλείσε τα μάτια κι άκου...)

Κι έτσι η Γη γυρίζει και πάλι... Ξημέρωμα Κυριακής...

Tuesday, 30 August 2011

Clarity


There come a few, rare times, when it’s not air you breathe, but life itself, making your lungs want to burst. They are moments, only brief little moments.. When you find yourself wondering if it’s a dream –but in dreams it is your own mind re-creating what you’ve seen of the world, while this… this you could never imagine existed. 

So it has to be real. Everything has to be real: Swimming in the deep blue sea, while a bright summer sun burns your face.. Letting the air up on the mountains carry you with it, alongside that single bird you scared off its tree.. Standing mesmerized in front of a fiery sunset over a city made of small gleaming diamonds.. Looking at a sky so filled with stars that it can’t hold them all - so they start falling, one by one… (and you try to think of a wish, but, what more can you wish for than.. this?). 

A few, precious seconds, where all shades of grey fade… as if they never existed. And you, standing in the middle of it all, breathing in each little wonder, realize that you can either have roots… or wings, but you can't have both…  And, with this knowledge, you fly…

Yes…, in these moments you are exactly where you are supposed to be. Doing exactly what you were born to do: living! ...





A few times in my life, I've had moments of absolute clarity, when for a few brief seconds the silence drowns out the noise and I can feel rather than think, and things seem so sharp and the world seems so fresh. I can never make these moments last. I cling to them, but like everything, they fade. I have lived my life on these moments. They pull me back to the present, and I realize that everything is exactly the way it was meant to be…

(A Single Man)

Thursday, 9 June 2011

Ένα καλά κρυμμένο αχ

Έχεις προσέξει αλήθεια ποτέ πως το Άρωμα και το Χρώμα διαφέρουν μόνο κατά ένα γράμμα; (Τώρα ξέρω ότι σκέφτεσαι πως και η ..βρώμα έχει ακριβώς το ίδιο χαρακτηριστικό, αλλά σταμάτα να με διακόπτεις κι άκου!) Ε, και; Και τι μ' αυτό; θα με ρωτήσεις. Τίποτα, έτσι μου 'ρθε.

Αλλά μετά μου 'ρθε κι αυτό: πως έχουν κι άλλο ένα κοινό οι δυο λεξούλες, πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό...

Πάνε και κρύβονται σ' ένα μέρος του μυαλού -ή ..μήπως δεν είναι καν εκεί;...- από όπου είναι σχεδόν αδύνατον να τα ανασύρεις. Για προσπάθησε να θυμηθείς ακριβώς πώς μύριζε ..το πρώτο κέικ που σου πέτυχε ποτέ, εκείνη τη στιγμή που έβγαινε από το φούρνο κι εσύ χοροπηδούσες από ενθουσιασμό, ή ..τι χρώμα είχε το Μπούρτζι στη Σκιάθο, όταν έπεφτε ο ήλιος εκείνο το απόγευμα, πριν 10 χρόνια... Όχι όχι, μην κλέβεις! Μην ψάξεις να βρεις πού στο καλό τις έχεις τις καταραμένες τις φωτογραφίες. (Εξάλλου... ποιος σου είπε πως κι αυτές λένε την αλήθεια;... Για σκέψου... Είναι το ίδιο χρώμα αυτό που σου δείχνουν οι πολύτιμες φωτογραφιες σου μ' αυτό που εκείνη την ώρα ρουφούσες με όλη σου την ψυχή, να μην το ξεχάσεις ποτέ; Xα.. Bλέπεις;...).

Τώρα μου απογοητεύτηκες... Πως όλη η προσπάθεια να κρατήσεις μέσα σου, και να μην τ' αφήσεις ποτέ χρώματα κι αρώματα να ξεθωριάσουν, έχει πάει άκλαυτη, σου έχουν γλιστρήσει σαν την άμμο μέσα απ' τα δάχτυλα.. Αχ, μη μου βιάζεσαι, όχι: όχι μόνο δεν έχουν χαθεί, αλλά αυτές οι δυο άτιμες λέξεις, που μονάχα ένα γραμματάκι τις ξεχωρίζει, όταν κάνουν τον κόπο και μπουν μέσα μας, δε βγαίνουν με τίποτα. Πρόσεξες καθόλου τι έγραφε πιο πάνω ή τζάμπα τα λέω; Αδύνατον να τα ανασύρεις. Αυτό όμως δε σημαίνει, γλυκέ μου φίλε, πως δεν ξεπετιούνται από εκεί μέσα, όσο βαθιά και να έχουν χωθεί, με το έτσι θέλω, όποτε τους έρθει, τόσο απλά και ξαφνικά.

Κι εσύ

...μένεις εκεί, κοκκαλωμένος, να προσπαθείς να καταλάβεις από πού ήρθε αυτή η μυρωδιά που σε γύρισε στην κουζίνα της μαμάς σου, όταν έφτιαχνε το αγαπημένο σου φαγητό. Τότε που πήγαινες και τη ρωτούσες συνέχεια αν αργεί ακόμα το φαΐ, και σου δινε ένα φιλί, όχι μάτια μου, σε λίγο τρώμε.

...εκεί που δουλεύεις, κι είσαι μές στα νεύρα στο γραφείο, βρίσκεσαι στην αγκαλιά της πρώτης σου αγάπης, τις στιγμές λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος, πόσο σ' άρεσε αυτή η μυρωδιά, θυμάσαι; (Και βέβαια θυμάσαι... τι ρωτάω.. κι ας σου εξηγήσει κάποιος πώς, διάολε, σου ήρθε τώρα αυτό! Δεν είναι ώρα για ονειροπολήσεις! ..Ή μήπως είναι;..)

...κοιτάς ξαφνικά κατά πάνω και βλέπεις μια φευγαλέα αντανάκλαση σ' ένα τζάμι, και βρίσκεσαι ξανα εκεί, στο σπίτι των φοιτητικών σου χρόνων, όταν έπεφτε το φως στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα ένα πολύ συγκεκριμένο μαγιάτικο απόγευμα. Ναι... αυτό ακριβώς το χρώμα είχε... Τότε που χαμογελούσες, γιατί τίποτα δεν ήταν πιο σημαντικό από εκείνη τη στιγμή, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, όλα τ' άλλα κι όλοι οι άλλοι μπορούσαν να πάνε να κόψουν το λαιμό τους.

 ...βρίσκεσαι για ένα κουτσουρεμένο δευτερόλεπτο να κοιτάς την κοπέλα που περνάει μ' αυτό το τυρκουαζ μαντίλι στα μαλλιά και ν' αναρωτιέσαι πού στο καλό το χεις ξαναδει αυτό ακριβώς το χρώμα: και το δευτερόλεπτο φεύγει κι αφήνει πίσω του πεντακάθαρα ένα βραχιολάκι που φορούσες στο πόδι και που έχεις χάσει κάτι χρόνια... (έχασες; για θυμήσου καλύτερα... μήπως στην πραγματικότητα το ξ-έχασες, έτσι, σαν τελευταίο δώρο, για να μείνει πίσω κάτι από σένα, εκεί που πριν ήσουν εσύ; Και τι ν' απόγινε άραγε;..)

Απ' όλα τα πράγματα που στοιβάχτηκαν ποτέ στο κεφαλάκι σου, χρώματα κι αρώματα έχουν μπει εκεί μέσα για τα καλά... να αντιστέκονται στο χρόνο, να κουβαλάνε και να σου θυμίζουν την αλήθεια σου, έτσι, ύπουλα ύπουλα, όποτε αυτά το αποφασίζουν.  Σ' αρέσει δε σ' αρέσει (αλλά... κατά βάθος σ' αρέσει, έτσι δεν είναι;). Να σου θυμίζουν τις στιγμές που σε όρισαν.

(Αλλά, έι, μην μπεις καν στον κόπο να τις ψάξεις από μόνος σου αυτές τις στιγμές: όπως με όλα τα πράγματα που κρύβουν έστω ένα κομματάκι ουσία μέσα τους, you don't find them, they find you.)