Monday, 14 November 2011

The mirror (and no mask...)

Η απόλυτη Ειλικρίνεια. Από αυτόν δεν μπορείς να κρυφτείς και, μεταξύ μας, γιατί να το κάνεις; Τι να κρύψεις, ρε, απ' τον καθρέφτη σου; Λες και δεν ξέρει, καλύτερα κι από σένα, τι βλέπεις.

Κάθε σημάδι, μαζί με την ιστορία του. Κάθε τι που κρύβεις προσεκτικά απ' τον κόσμο. Το καλό -και το κακό- σου προφίλ, μαζί με το ανφάς που ποτέ δε συμπάθησες ιδιαίτερα -και που όλο και κάποιο σχόλιο που άκουσες κάποτε, σε μια άλλη ζωή, σ' έκανε να το αντιπαθήσεις ακόμα περισσότερο. Το φως και το σκοτάδι σου. Όλο.
Σ' έχει δει.

Με τα ρούχα που διάλεξες ειδικά για εκείνο το βράδυ.
Με τις πυτζάμες που θα έκαναν και τη μάνα σου να βάλει τα γέλια.
Γυμνή.
Με τα μάτια πασαλειμμένα απ' το κλάμα.
Όταν πρωτοφόρεσες τα σκουλαρίκια που αγόρασες σ' ένα υπαίθριο παζάρι στο Βερολίνο.
Ένα πρωί που ξύπνησες σε κακό χάλι απ' το χανγκόβερ.
Με τα λίγα ή τα περισσότερα κιλά που έχασες -και ξαναπήρες.
Μια μέρα που ένιωθες ξαφνικά τόσο όμορφη -και μιαν άλλη, που ήθελες να κρύψεις το πρόσωπό σου απ' τον κόσμο.
Ένα βράδυ που σηκώθηκες κάθιδρη απ' τους εφιάλτες -κι ένα άλλο, που κοιμόσουν ήρεμη μέχρι το πρωί.

Σ' έχει δει, στην πιο ακατέργαστη μορφή σου.
Και σέβεται τη μοναξιά σου, αλλά ..μόλις απλώνεις το χέρι σου, ένα άλλο χέρι έρχεται να το συναντήσει. Και σου ανταποδίδει το χαμόγελό σου κάθε φορά που του το χαρίζεις.

Του μιλάς... αλλά δε χρειάζονται λόγια. Σε ξέρει. Καλύτερα κι από σένα.


Friday, 28 October 2011

Error 211.0

Κι εκεί που ταξιδεύεις σε μια υπέροχη, άγνωστη θάλασσα,
χτυπάει ξαφνικά η καταιγίδα. Αέρας κόντρα απ' τους λίγους.
Και ξέρεις πως η μόνη ελπίδα να σώσεις το πλοίο σου απ' τη δίνη,
είναι να βουτήξεις στη θάλασσα.
Να μην κρατηθείς απ' αυτό, να μην το βυθίσεις.
Να βρεις τη δύναμη να ταξιδέψεις χωρίς αυτό.
Μην τον φοβάσαι τον καιρό, κολύμπα μόνο.
Να σκέφτεσαι τα τρία Έψιλον, που δε βούλιαξαν.
Κι ένα Άλφα, που θα μένει μέσα σου, όπου κι αν σε βγάλει ο καιρός.


Να λοιπόν που η βολτούλα σου σ' έβγαλε ακριβώς πάνω στον Τοίχο!
Σόρρυ, τεχνικό σφάλμα...

(Κι αν αναρωτιέσαι τι πάει να πει "τεχνικό σφάλμα",
ε, μάτια μου, κάποιες, ακόμα πιο σπάνιες, φορές,
τεχνικό σφάλμα πάει να πει πως...
...απ' τα δύο έγιν' ένα κι αυτό το φως δεν δύει...)

Thursday, 20 October 2011

Σκοτάδι...

...απ' αυτό που σε τυλίγει, σε αγκαλιάζει... που σε κάνει να θες να βουλιάξεις και να αφεθείς εκεί, στην παγωμένη του ηρεμία... Να κλείσεις τ' αυτιά σου στα χέρια σου και να σφαλίσεις τα μάτια, να μην ξέρεις, να μη θυμάσαι, να... λείψεις για μια στιγμή απ' τη ζωή σου...

Αλλά αυτό που σε πνίγει πιο πολύ, που κλείνει τα πνευμόνια σου και σου κόβει την ανάσα... είναι ένα γαμημένο ερώτημα: τι σκατά άνθρωπος είμαι;...

Thursday, 13 October 2011

Cloudchasing

Γράψε! Γράψε! ούρλιαζε η φωνή μέσα μου. Μα... εδώ, στη μέση του πουθενά, δεν έχω τίποτα μαζί μου, ούτε χαρτί ούτε μολύβι, απάντησα. Δεν πειράζει, κράτα μέσα σου σφιχτά το πώς νιώθεις αυτή τη στιγμή, κλείστο στην ψυχή σου, και μόλις βρεις έστω ένα κομματάκι χαρτί, κάτσε και γράψε!

Οκ, θα το κάνω, υποσχέθηκα σιωπηλά. 

Εύκολο το 'χεις όμως ρε συ; Να μεταβολίσεις τέτοια ομορφιά; Πού στο καλό να βρεις τα λόγια για να την βγάλεις από μέσα σου και να ..θυμίζει έστω λίγο αυτό που μπήκε;

Και φτάνει κάποια στιγμή η ανάγκη σου να είναι τόση που να σε πονάει. Να σε πονάει που τα λόγια είναι φτωχά, γαμώτο, είναι μικρά, είναι λίγα για να μιλήσουν για κάτι τέτοιο. Έχει εικοσιτέσσερα μόνο γράμματα η αλφαβήτα και πώς να κλείσεις εκεί μέσα την απεραντοσύνη του κόσμου; Ψάχνεις τρόπο, αλλάζεις γλώσσα, αλλά ξάφνου όλες οι γλώσσες είναι ξένες.

Έλα γαμώτο, ξεκίνα από κάπου, ήρθε πάλι η φωνή. Πιάσου, βρες μια κλωστίτσα και τ' άλλα θα έρθουν μόνα τους. Να, ορίστε, έχεις κιόλας πίσω σου λίγες γραμμές. Συνέχισε, μην κοιτάς πίσω, αφέσου ρε! Δεν είναι λόγια, είναι μελωδία, είναι ζωγραφιά. Κι αν δεν μπορείς να μιλήσεις γι' αυτό, τραγούδα το. Ζωγράφισέ το. Τις έχεις τις μπογιές σου, ξύπνα επιτέλους. Διώξε το φόβο κι αφέσου.

Ναι, ξέρω, είναι δύσκολο. Είναι στ' αλήθεια δύσκολο να εξηγήσεις πώς είναι να κυνηγάς ένα σύννεφο, απόγευμα ψηλά σ' ένα βουνό, κι ο ήλιος να παίζει με την ψυχή σου ένα παιχνίδι που έμοιαζε να 'ναι γνωστό από πάντα κι εντελώς καινούριο την ίδια στιγμή.

Με τι λόγια να μιλήσεις για το δέος; Πως να περιγράψεις τη στιγμή που.. μίκρυνες μπροστά σ' όλο αυτό, μέχρι που έγινες μια κουκκίδα; Κι όλα γύρω σε πήραν στην αγκαλιά τους, σ' έναν άγνωστο χορό, υπέροχο, και σε μεθούσε κάθε σου ανάσα; Πώς να μιλήσεις γι' αυτό το φως, όταν και τα μάτια σου τα ίδια δεν πίστευαν αυτό που σου έλεγαν; (Έι, δεν σε γέλασαν τα μάτια σου, θυμήσου... Θυμήσου τι είπατε...)

Ναι, μπορεί και να 'χες δίκιο τελικά... Δε φτάνουν οι λέξεις, για να περιγράψεις αυτό που έζησες. Αλλά πες αλήθεια: δε νιώθεις πολύ καλύτερα τώρα;




Monday, 26 September 2011

Error 263

Ξεκινάς λοιπόν για μια βολτούλα απογευματινή, κάπου στον κόσμο,
ή μάλλον σχεδόν σ' όλο τον κόσμο, και... πέφτεις πάνω στον τοίχο!
Σόρρυ, χάσατε.
Όχι ρε γαμώτο... κι είχα όρεξη για βολτούλα σήμερα!
Και τι πάει να πει δηλαδή "τεχνικό σφάλμα";



Ε, μερικές φορές, σπάνια, πολύ σπάνια..., αγαπημένε μου φίλε, 
τεχνικό σφάλμα πάει να πει ..θάλασσα. 
Ναι, ανοιχτή, γαλάζια θάλασσα. 
Πάει να πει ταξίδι, απ' αυτά που δεν ξέρεις πού θα σε βγάλουν.
Αλλά... όσα κύματα κι αν έρθουν, δεν φοβάσαι.
Γιατί το πλοίο σου έχει για όνομα τρία Έψιλον. 
Γιατί ο αέρας, και κόντρα ακόμα, είναι φίλος σου. 

Κάποιες, πολύ πολύ σπάνιες, φορές, τεχνικό σφάλμα πάει να πει πως...
...απ' τα δύο έγιν' ένα. Κι από το ένα, φως.

Sunday, 18 September 2011

Lost... and found again...

Σήμερα χάθηκε κάτι. Κάτι παλιό, αγαπημένο, πολύτιμο...

Από εκείνα τα πράγματα που... θυμάσαι να ήταν πάντα εκεί, ακόμα κι όταν δεν τα έβλεπες, ήξερες πως είναι στη θέση τους, ασφαλή. Κι όσο ήταν εκείνα ασφαλή, ήταν μαζί κι ο κόσμος, όπως τον είχες ζωγραφίσει κάποτε στην καρδιά σου, όταν πρωτοδιάλεγες τα πινέλα και την παλέτα σου. Όταν πρωτογέμιζε η ψυχή σου με μουσικές. Όταν πρωτοταξίδευες σε κόσμους άγνωστους, καινούριους, κι έφτιαχνες με τις εικόνες τους τον δικό σου, τον κατάδικό σου, μικρό κόσμο.

Ήταν κάποτε όλη η μαγεία της ζωής σου αυτά τα λίγα πραγματάκια. Έκλειναν μέσα τους όλα τα όνειρα που σε περίμεναν να τα ζήσεις. Όλο το φως και το σκοτάδι της ψυχής σου, στην πιο αγνή μορφή του. 

Σου είχαν εξηγήσει πως requiem σημαίνει "ανάπαυση" και πως πρόκειται για νεκρώσιμη ακολουθία. Αλλά, μ' ένα ανεξήγητο πείσμα, -κι όπως πάντα, κόντρα στον πατέρα σου, που το θεωρούσε ..γρουσουζιά ν' ακούς κάθε Κυριακή, με το που ξύπναγες, κάτι που έχει γραφτεί για να ξεπροβοδίζει όσους φεύγουν μια και καλή από 'δω- κάθε που σηκωνόσουν κυριακάτικα απ' το κρεβάτι, έτρεχες στο στερεοφωνικό, άνοιγες ευλαβικά το κουτί απ' το σιντί, έβγαζες προσεκτικά το βιβλιαράκι, και.. καθόσουν λοξά στην πολυθρόνα (απ' τα λίγα πράγματα που εκνεύριζαν τη μητέρα σου, γιατί... θα χαλάσεις το ξύλο, κοίτα πώς το 'χεις κάνει!), χαζεύοντας μαγνητισμένη την εικόνα του εξωφύλλου, με μιαν αχόρταγη ανάγκη να βγάλεις φτερά, σαν κι αυτά που είχε ο Άγγελος στη φωτογραφία, και να πετάξεις, όπως θα πετούσε κι εκείνος τώρα δα! (αν μόνο δεν ήταν μαρμάρινος)... Ναι, μπορεί να είχε γραφτεί για το θάνατο τούτη η μουσική, αλλά.. εσύ εκείνες τις στιγμές ένιωθες πιο ζωντανή από ποτέ! 

[Λίγο αργότερα θα μάθαινες πως... παρόμοια συναισθήματα γεννούν και μερικές άλλες πολύτιμες στιγμές, όπως όταν πρωτοερωτεύεσαι, όταν ξυπνάς το πρωί σε μια αγαπημένη αγκαλιά, όταν έχεις μεθύσει λίγο, όσο ακριβώς χρειάζεται, όταν χώνεις τη μύτη σου σε μια κούπα φρέσκο γαλλικό καφέ, που έχει φτιάξει κάποιος άλλος, μόνο για σένα. Ή όταν μένεις επιτέλους μόνη, όταν κλείνει η πόρτα κι είσαι ...σπίτι, όταν περπατάς χαμογελώντας προς τη δουλειά, περνώντας από μέρη αγαπημένα. Όταν ακουμπάς στην κουπαστή με το θαλασσινό αεράκι να σε χαιδεύει. Όταν βουτάς σε καθαρά, παγωμένα νερά. Όταν κάνεις έρωτα με κάποιον που αγαπάς. Αλλά αυτά θα έρχονταν αργότερα.]

Κι ήταν έτσι τούτη η μουσική, που είχε γραφτεί για να συνοδεύει το θάνατο, απ' τα πιο φωτεινά βέλη που είχες στη φαρέτρα σου. Μαζί με μερικά βιβλία, τις σελίδες όπου έγραφες ό,τι σου ερχόταν στο μυαλό όταν κλεινόσουν στο δωμάτιό σου για να αναπνεύσεις ελεύθερα, και μερικές ακόμα μουσικές... Ήταν πηχτό το σκοτάδι ώρες ώρες, αλλά.. μ' αυτά τα βέλη το 'σκιζες, άνοιγες μικρές μικρές τρυπίτσες, να μπει το φως. Κι όσο ήξερες πως όλα ήταν εκεί, ο κόσμος (σου) ήταν στη θέση του, ασφαλής. 

Και τα χρόνια περνούσαν, με τη μυστική σου φαρέτρα κάπου καλά φυλαγμένη όσο εσύ ταξίδευες μακριά. Ώσπου... γύρισες κάποια στιγμή σπίτι και τη ζήτησες. Θέλησες να ξανακούσεις αυτή τη μουσική, τώρα που κάθε τι ξένο το 'χες πετάξει από πάνω σου. Ναι, είχε έρθει η ώρα ..να δεις πώς θα 'ναι να τ' ακούς και να μην πρέπει να ξορκίσεις το σκοτάδι.

Αλλά η κρυψώνα ήταν άδεια. Πού πήγε ο Άγγελός σου; Πού πήγε η μουσική; Πού πήγαν όλα; Πώς γίνεται να μην είναι εκεί; Και τι θα απογίνει ο κόσμος σου, αν αυτά λείπουν; (Σου έχουν τραβήξει ποτέ τα σωθικά με τα χέρια, να στα ξεριζώσουν; Αν στα είχαν τραβήξει, δεν θα με διάβαζες αυτή τη στιγμή. Αλλά προσπάθησε τουλάχιστον να φανταστείς πώς θα ήταν.)

[Μια αιωνιότητα αργότερα, χτυπάει το τηλέφωνο. "Αγάπη μου, κάτω από το γραφείο σου κοίταξες; Έχει κι εκεί σιντί." Όχι, δεν είχες κοιτάξει, παραδέξου το.]

Ο κόσμος ήρθε στη θέση του. Κι εσύ, Σάββατο βράδυ αυτή τη φορά, κάθεσαι σ' ένα άλλο σπίτι, το δικό σου, με μια μπύρα στο χέρι, ν' ακούσεις επιτέλους μια μουσική που μπορεί όλοι οι άλλοι να την έχουν συνδέσει με ένα σκοτάδι που δεν τελειώνει, αλλά.... (Άστους, ρε, τι σε νοιάζει; Εσύ θα τους μάθεις πώς μετουσιώνεται το σκοτάδι σε φως; Όχι, αγάπη μου, όποιος θέλει ας το καταλάβει χωρίς εξηγήσεις. Αρκετά εξήγησες. Τώρα άκου. Κλείσε τα μάτια κι άκου...)

Κι έτσι η Γη γυρίζει και πάλι... Ξημέρωμα Κυριακής...