Sunday, 18 September 2011

Lost... and found again...

Σήμερα χάθηκε κάτι. Κάτι παλιό, αγαπημένο, πολύτιμο...

Από εκείνα τα πράγματα που... θυμάσαι να ήταν πάντα εκεί, ακόμα κι όταν δεν τα έβλεπες, ήξερες πως είναι στη θέση τους, ασφαλή. Κι όσο ήταν εκείνα ασφαλή, ήταν μαζί κι ο κόσμος, όπως τον είχες ζωγραφίσει κάποτε στην καρδιά σου, όταν πρωτοδιάλεγες τα πινέλα και την παλέτα σου. Όταν πρωτογέμιζε η ψυχή σου με μουσικές. Όταν πρωτοταξίδευες σε κόσμους άγνωστους, καινούριους, κι έφτιαχνες με τις εικόνες τους τον δικό σου, τον κατάδικό σου, μικρό κόσμο.

Ήταν κάποτε όλη η μαγεία της ζωής σου αυτά τα λίγα πραγματάκια. Έκλειναν μέσα τους όλα τα όνειρα που σε περίμεναν να τα ζήσεις. Όλο το φως και το σκοτάδι της ψυχής σου, στην πιο αγνή μορφή του. 

Σου είχαν εξηγήσει πως requiem σημαίνει "ανάπαυση" και πως πρόκειται για νεκρώσιμη ακολουθία. Αλλά, μ' ένα ανεξήγητο πείσμα, -κι όπως πάντα, κόντρα στον πατέρα σου, που το θεωρούσε ..γρουσουζιά ν' ακούς κάθε Κυριακή, με το που ξύπναγες, κάτι που έχει γραφτεί για να ξεπροβοδίζει όσους φεύγουν μια και καλή από 'δω- κάθε που σηκωνόσουν κυριακάτικα απ' το κρεβάτι, έτρεχες στο στερεοφωνικό, άνοιγες ευλαβικά το κουτί απ' το σιντί, έβγαζες προσεκτικά το βιβλιαράκι, και.. καθόσουν λοξά στην πολυθρόνα (απ' τα λίγα πράγματα που εκνεύριζαν τη μητέρα σου, γιατί... θα χαλάσεις το ξύλο, κοίτα πώς το 'χεις κάνει!), χαζεύοντας μαγνητισμένη την εικόνα του εξωφύλλου, με μιαν αχόρταγη ανάγκη να βγάλεις φτερά, σαν κι αυτά που είχε ο Άγγελος στη φωτογραφία, και να πετάξεις, όπως θα πετούσε κι εκείνος τώρα δα! (αν μόνο δεν ήταν μαρμάρινος)... Ναι, μπορεί να είχε γραφτεί για το θάνατο τούτη η μουσική, αλλά.. εσύ εκείνες τις στιγμές ένιωθες πιο ζωντανή από ποτέ! 

[Λίγο αργότερα θα μάθαινες πως... παρόμοια συναισθήματα γεννούν και μερικές άλλες πολύτιμες στιγμές, όπως όταν πρωτοερωτεύεσαι, όταν ξυπνάς το πρωί σε μια αγαπημένη αγκαλιά, όταν έχεις μεθύσει λίγο, όσο ακριβώς χρειάζεται, όταν χώνεις τη μύτη σου σε μια κούπα φρέσκο γαλλικό καφέ, που έχει φτιάξει κάποιος άλλος, μόνο για σένα. Ή όταν μένεις επιτέλους μόνη, όταν κλείνει η πόρτα κι είσαι ...σπίτι, όταν περπατάς χαμογελώντας προς τη δουλειά, περνώντας από μέρη αγαπημένα. Όταν ακουμπάς στην κουπαστή με το θαλασσινό αεράκι να σε χαιδεύει. Όταν βουτάς σε καθαρά, παγωμένα νερά. Όταν κάνεις έρωτα με κάποιον που αγαπάς. Αλλά αυτά θα έρχονταν αργότερα.]

Κι ήταν έτσι τούτη η μουσική, που είχε γραφτεί για να συνοδεύει το θάνατο, απ' τα πιο φωτεινά βέλη που είχες στη φαρέτρα σου. Μαζί με μερικά βιβλία, τις σελίδες όπου έγραφες ό,τι σου ερχόταν στο μυαλό όταν κλεινόσουν στο δωμάτιό σου για να αναπνεύσεις ελεύθερα, και μερικές ακόμα μουσικές... Ήταν πηχτό το σκοτάδι ώρες ώρες, αλλά.. μ' αυτά τα βέλη το 'σκιζες, άνοιγες μικρές μικρές τρυπίτσες, να μπει το φως. Κι όσο ήξερες πως όλα ήταν εκεί, ο κόσμος (σου) ήταν στη θέση του, ασφαλής. 

Και τα χρόνια περνούσαν, με τη μυστική σου φαρέτρα κάπου καλά φυλαγμένη όσο εσύ ταξίδευες μακριά. Ώσπου... γύρισες κάποια στιγμή σπίτι και τη ζήτησες. Θέλησες να ξανακούσεις αυτή τη μουσική, τώρα που κάθε τι ξένο το 'χες πετάξει από πάνω σου. Ναι, είχε έρθει η ώρα ..να δεις πώς θα 'ναι να τ' ακούς και να μην πρέπει να ξορκίσεις το σκοτάδι.

Αλλά η κρυψώνα ήταν άδεια. Πού πήγε ο Άγγελός σου; Πού πήγε η μουσική; Πού πήγαν όλα; Πώς γίνεται να μην είναι εκεί; Και τι θα απογίνει ο κόσμος σου, αν αυτά λείπουν; (Σου έχουν τραβήξει ποτέ τα σωθικά με τα χέρια, να στα ξεριζώσουν; Αν στα είχαν τραβήξει, δεν θα με διάβαζες αυτή τη στιγμή. Αλλά προσπάθησε τουλάχιστον να φανταστείς πώς θα ήταν.)

[Μια αιωνιότητα αργότερα, χτυπάει το τηλέφωνο. "Αγάπη μου, κάτω από το γραφείο σου κοίταξες; Έχει κι εκεί σιντί." Όχι, δεν είχες κοιτάξει, παραδέξου το.]

Ο κόσμος ήρθε στη θέση του. Κι εσύ, Σάββατο βράδυ αυτή τη φορά, κάθεσαι σ' ένα άλλο σπίτι, το δικό σου, με μια μπύρα στο χέρι, ν' ακούσεις επιτέλους μια μουσική που μπορεί όλοι οι άλλοι να την έχουν συνδέσει με ένα σκοτάδι που δεν τελειώνει, αλλά.... (Άστους, ρε, τι σε νοιάζει; Εσύ θα τους μάθεις πώς μετουσιώνεται το σκοτάδι σε φως; Όχι, αγάπη μου, όποιος θέλει ας το καταλάβει χωρίς εξηγήσεις. Αρκετά εξήγησες. Τώρα άκου. Κλείσε τα μάτια κι άκου...)

Κι έτσι η Γη γυρίζει και πάλι... Ξημέρωμα Κυριακής...

Tuesday, 30 August 2011

Clarity


There come a few, rare times, when it’s not air you breathe, but life itself, making your lungs want to burst. They are moments, only brief little moments.. When you find yourself wondering if it’s a dream –but in dreams it is your own mind re-creating what you’ve seen of the world, while this… this you could never imagine existed. 

So it has to be real. Everything has to be real: Swimming in the deep blue sea, while a bright summer sun burns your face.. Letting the air up on the mountains carry you with it, alongside that single bird you scared off its tree.. Standing mesmerized in front of a fiery sunset over a city made of small gleaming diamonds.. Looking at a sky so filled with stars that it can’t hold them all - so they start falling, one by one… (and you try to think of a wish, but, what more can you wish for than.. this?). 

A few, precious seconds, where all shades of grey fade… as if they never existed. And you, standing in the middle of it all, breathing in each little wonder, realize that you can either have roots… or wings, but you can't have both…  And, with this knowledge, you fly…

Yes…, in these moments you are exactly where you are supposed to be. Doing exactly what you were born to do: living! ...





A few times in my life, I've had moments of absolute clarity, when for a few brief seconds the silence drowns out the noise and I can feel rather than think, and things seem so sharp and the world seems so fresh. I can never make these moments last. I cling to them, but like everything, they fade. I have lived my life on these moments. They pull me back to the present, and I realize that everything is exactly the way it was meant to be…

(A Single Man)

Thursday, 9 June 2011

Ένα καλά κρυμμένο αχ

Έχεις προσέξει αλήθεια ποτέ πως το Άρωμα και το Χρώμα διαφέρουν μόνο κατά ένα γράμμα; (Τώρα ξέρω ότι σκέφτεσαι πως και η ..βρώμα έχει ακριβώς το ίδιο χαρακτηριστικό, αλλά σταμάτα να με διακόπτεις κι άκου!) Ε, και; Και τι μ' αυτό; θα με ρωτήσεις. Τίποτα, έτσι μου 'ρθε.

Αλλά μετά μου 'ρθε κι αυτό: πως έχουν κι άλλο ένα κοινό οι δυο λεξούλες, πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό...

Πάνε και κρύβονται σ' ένα μέρος του μυαλού -ή ..μήπως δεν είναι καν εκεί;...- από όπου είναι σχεδόν αδύνατον να τα ανασύρεις. Για προσπάθησε να θυμηθείς ακριβώς πώς μύριζε ..το πρώτο κέικ που σου πέτυχε ποτέ, εκείνη τη στιγμή που έβγαινε από το φούρνο κι εσύ χοροπηδούσες από ενθουσιασμό, ή ..τι χρώμα είχε το Μπούρτζι στη Σκιάθο, όταν έπεφτε ο ήλιος εκείνο το απόγευμα, πριν 10 χρόνια... Όχι όχι, μην κλέβεις! Μην ψάξεις να βρεις πού στο καλό τις έχεις τις καταραμένες τις φωτογραφίες. (Εξάλλου... ποιος σου είπε πως κι αυτές λένε την αλήθεια;... Για σκέψου... Είναι το ίδιο χρώμα αυτό που σου δείχνουν οι πολύτιμες φωτογραφιες σου μ' αυτό που εκείνη την ώρα ρουφούσες με όλη σου την ψυχή, να μην το ξεχάσεις ποτέ; Xα.. Bλέπεις;...).

Τώρα μου απογοητεύτηκες... Πως όλη η προσπάθεια να κρατήσεις μέσα σου, και να μην τ' αφήσεις ποτέ χρώματα κι αρώματα να ξεθωριάσουν, έχει πάει άκλαυτη, σου έχουν γλιστρήσει σαν την άμμο μέσα απ' τα δάχτυλα.. Αχ, μη μου βιάζεσαι, όχι: όχι μόνο δεν έχουν χαθεί, αλλά αυτές οι δυο άτιμες λέξεις, που μονάχα ένα γραμματάκι τις ξεχωρίζει, όταν κάνουν τον κόπο και μπουν μέσα μας, δε βγαίνουν με τίποτα. Πρόσεξες καθόλου τι έγραφε πιο πάνω ή τζάμπα τα λέω; Αδύνατον να τα ανασύρεις. Αυτό όμως δε σημαίνει, γλυκέ μου φίλε, πως δεν ξεπετιούνται από εκεί μέσα, όσο βαθιά και να έχουν χωθεί, με το έτσι θέλω, όποτε τους έρθει, τόσο απλά και ξαφνικά.

Κι εσύ

...μένεις εκεί, κοκκαλωμένος, να προσπαθείς να καταλάβεις από πού ήρθε αυτή η μυρωδιά που σε γύρισε στην κουζίνα της μαμάς σου, όταν έφτιαχνε το αγαπημένο σου φαγητό. Τότε που πήγαινες και τη ρωτούσες συνέχεια αν αργεί ακόμα το φαΐ, και σου δινε ένα φιλί, όχι μάτια μου, σε λίγο τρώμε.

...εκεί που δουλεύεις, κι είσαι μές στα νεύρα στο γραφείο, βρίσκεσαι στην αγκαλιά της πρώτης σου αγάπης, τις στιγμές λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος, πόσο σ' άρεσε αυτή η μυρωδιά, θυμάσαι; (Και βέβαια θυμάσαι... τι ρωτάω.. κι ας σου εξηγήσει κάποιος πώς, διάολε, σου ήρθε τώρα αυτό! Δεν είναι ώρα για ονειροπολήσεις! ..Ή μήπως είναι;..)

...κοιτάς ξαφνικά κατά πάνω και βλέπεις μια φευγαλέα αντανάκλαση σ' ένα τζάμι, και βρίσκεσαι ξανα εκεί, στο σπίτι των φοιτητικών σου χρόνων, όταν έπεφτε το φως στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα ένα πολύ συγκεκριμένο μαγιάτικο απόγευμα. Ναι... αυτό ακριβώς το χρώμα είχε... Τότε που χαμογελούσες, γιατί τίποτα δεν ήταν πιο σημαντικό από εκείνη τη στιγμή, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, όλα τ' άλλα κι όλοι οι άλλοι μπορούσαν να πάνε να κόψουν το λαιμό τους.

 ...βρίσκεσαι για ένα κουτσουρεμένο δευτερόλεπτο να κοιτάς την κοπέλα που περνάει μ' αυτό το τυρκουαζ μαντίλι στα μαλλιά και ν' αναρωτιέσαι πού στο καλό το χεις ξαναδει αυτό ακριβώς το χρώμα: και το δευτερόλεπτο φεύγει κι αφήνει πίσω του πεντακάθαρα ένα βραχιολάκι που φορούσες στο πόδι και που έχεις χάσει κάτι χρόνια... (έχασες; για θυμήσου καλύτερα... μήπως στην πραγματικότητα το ξ-έχασες, έτσι, σαν τελευταίο δώρο, για να μείνει πίσω κάτι από σένα, εκεί που πριν ήσουν εσύ; Και τι ν' απόγινε άραγε;..)

Απ' όλα τα πράγματα που στοιβάχτηκαν ποτέ στο κεφαλάκι σου, χρώματα κι αρώματα έχουν μπει εκεί μέσα για τα καλά... να αντιστέκονται στο χρόνο, να κουβαλάνε και να σου θυμίζουν την αλήθεια σου, έτσι, ύπουλα ύπουλα, όποτε αυτά το αποφασίζουν.  Σ' αρέσει δε σ' αρέσει (αλλά... κατά βάθος σ' αρέσει, έτσι δεν είναι;). Να σου θυμίζουν τις στιγμές που σε όρισαν.

(Αλλά, έι, μην μπεις καν στον κόπο να τις ψάξεις από μόνος σου αυτές τις στιγμές: όπως με όλα τα πράγματα που κρύβουν έστω ένα κομματάκι ουσία μέσα τους, you don't find them, they find you.)

Sunday, 29 May 2011

authentic swings...

Το σκηνικό είναι ένας αγώνας γκολφ. Ο πιο σημαντικός της ζωής σου. Κάποια στιγμή, το μπαλάκι αφήνει το τερραίν και καταλήγει βαθιά μέσα στο δάσος. Αν θες να συνεχίσεις, ΠΡΕΠΕΙ να το βγάλεις απο κει. Οι επιλογές σου: ή σκύβεις το κεφάλι και φεύγεις ηττημένος ή κοιτάς το αδύνατο στα μάτια, του γελάς ειρωνικά και το χτυπάς κατά πρόσωπο ... 

-What I'm talking about is a game... ...a game that can't be won... ...only played.

- You don't understand.

-I don't need to understand. Ain't a soul who ain't got a burden to carry he don't understand. You ain't alone in that. But you've been carrying this one long enough. Time to go on, lay it down.

-I don't know how.

-You got a choice. You can stop... ...or you could start.

- Start?

- Walking.

- Where?

-Back to where you've been and then stand there. Still. Real still, and remember.

- It was too long ago.

- No, sir, it was just a moment ago. Time to come on out the shadows, Junuh. Time for you to choose.

- I can't.

- You can. You ain't alone. I'm right here with you. I've been here all along. Now play the game. Your game. The one that only you was meant to play. The one given to you when you was born. You ready? Come on, take your stance. Strike that ball, Junuh. Don't hold nothing back. Now's the time. Let yourself remember. Remember your swing. That's right, Junuh. Settle yourself, that's good. Now is the time, Junuh.
(The Legend of Bagger Vance)



 Σ όλη μας τη ζωή φοβόμαστε αυτή τη βολή. Τη μία και μοναδική βολή που είναι ΑΔΥΝΑΤΟΝ να πετύχει. Να μη χρειαστεί να χτυπήσουμε το μπαλάκι μέσα από το δάσος... Κι ομως είναι αυτό που μας δόθηκε. Στο χέρι μας είναι να τα παρατήσουμε ή να συνεχίσουμε το παιχνίδι. Το μόνο παιχνίδι που γεννηθήκαμε ξέροντας πώς παίζεται...Νικητές και νικημένοι δεν υπάρχουν... υπάρχουν μόνον όσοι παίζουν κι όσοι φοβούνται. The game can't be won... ...only played. 

denya, 2007

Sunday, 1 May 2011

You cannot rest from travel...


            Πόσα χρόνια να 'χουν περάσει;.. Το κοριτσάκι έμπαινε για μία ακόμα φορά στο αεροπλάνο για να φύγει κάπου μακριά -και να επιστρέψει μερικές μέρες αργότερα.
Μόνο που αυτή τη φορά στο ταξίδι ήταν μόνο του. Και το ταξίδι ήταν μακρινό. Πολύ. Και το κοριτσάκι φοβόταν λίγο.

Τελικά δεν έπαθε τίποτα. Και λίγες μέρες μετά, επιστρέφοντας, είχε στην τσάντα της ένα δώρο. Θα του το χάριζε. Κι εκείνος θα της χάριζε ένα χαμόγελο. (έκανε συλλογή από τα χαμόγελά του.. πρέπει να είχε μαζέψει αρκετά μέχρι τότε...  μερικά βρίσκονται ακόμα σ' έναν κιτρινισμένο φάκελο στο συρτάρι της.. αλλά τώρα μιλάμε για εκείνα τα πρώτα χαμόγελα, κι από αυτά κανένα δεν έχει σωθεί, ήταν τα πρώτα που φρόντισε να πετάξει...)
Το δώρο του τον περίμενε την επόμενη μέρα. Το κοριτσάκι δεν έπεσε έξω. Πραγματι, πρόσθεσε ένα ακόμα χαμόγελο στη συλλογή της. Κι ένα φιλί. Αυτό κι αν ηταν σπάνιο απόκτημα! Το έβαλε σε μία θήκη από γυαλί και το στόλισε.

Τέλοσπάντων, το κοριτσάκι άδικα χάρηκε. γιατί μετά από τα δύο μαζεμένα δώρα που της εκανε, εκείνος χάθηκε. Σαν να μην υπήρχε. Δηλαδή υπήρχε, ήταν εκεί μπροστά της κάθε μέρα. Αλλα σαν να είχε ξεθωριάσει.. Όχι εκείνος. Το κοριτσάκι. Ξαφνικά είχε γίνει αόρατο. Το έβλεπαν ολοι. Αλλα για εκείνον είχε ξεθωριάσει... και πέρασαν έτσι μήνες πολλοί.

Ώσπου μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο. Καλημέρα. Μα καλά, ήταν δυνατόν; Τόσον καιρό απλώς είχε ξεθωριάσει και τώρα της έλεγε καλημέρα; Όχι δεν μπορεί, ήταν η φαντασία της. Ε, λοιπόν δεν ήταν! Ήταν όντως εκείνος, που είχε επιστρέψει (όλοι τότε νόμιζαν ότι είχε μόλις φύγει... αλλά το μυστικό που δεν έμαθαν ποτέ -τώρα νομίζω ότι μπορώ να το αποκαλύψω- ήταν ότι στην πραγματικότητα τότε επέστρεψε). Και την επιστροφή εκείνη ακολούθησαν άλλες πολλές. Το κοριτσάκι συνέχιζε τη συλλογή από χαμόγελα. Κι αυτή μεγάλωνε.

Μόνο που.. μετά από πολύ καιρό (που στο μεταξύ τα χαμόγελα είχαν αποκτήσει για παρέα αναμνήσεις, μουσικές, υποσχέσεις, λίγα δάκρυα χαράς -λίγα όμως- και μερικές σελίδες που έφτασαν από μακριά) το κοριτσάκι τρόμαξε. Και μία μέρα αποφάσισε να φύγει. Πιο μακριά από κάθε άλλο ταξίδι που είχε κάνει μέχρι τότε. Εκείνος της ζήτησε να πάει μαζί της, να τη φυλάει, τόσον καιρό πια είχε μάθει να το κάνει, ήθελε να την προσέχει. Αλλά το κοριτσάκι αρνήθηκε ευγενικα. Κι έφυγε.

Ώσπου κάποια στιγμή, όπως ταξίδευε, άνοιξε ενα μικρό ξεχασμένο πορτάκι και πετάχτηκε έξω μια παλιά συλλογή από χαμόγελα. Αποφάσισε να γυρίσει πίσω, να τον βρει. Ναι, τον βρήκε, εκεί που την περίμενε πάντα. Εκεί που της είχε πει πως θα περιμένει... Και τότε, για μία μόνο στιγμή είδε στα μάτια του κάτι που δεν είχε ξαναδει ποτέ της. Όχι δεν μπορεί. Κάποιο λάθος είχε γίνει. Όχι όχι. Μα.. ήταν απλώς ένα κοριτσάκι. Δεν μπορούσε να της ζητά κάτι τέτοιο. Μα.. αυτό σήμαινε ότι δεν θα μπορούσε πια να πηγαίνει ταξίδια. Και το κοριτσάκι ήταν φτιαγμένο να ταξιδεύει. Δεν μπορούσε να μείνει για πάντα σε ένα μόνο μέρος. Όποιο κι αν ήταν αυτό το μέρος. Και τότε απέκτησε ένα τελευταίο κομμάτι για τη συλλογή της. Ένα δάκρυ. (αυτό το δάκρυ πήγε και κρύφτηκε βαθιά μέσα στο μυαλό της, σ ένα δωματιάκι χωριστά από τα άλλα του δώρα. πιο μακριά, πιο βαθιά, και το κοριτσάκι ξέχασε κάποτε ότι υπάρχει.). Το τελευταίο του δώρο.

Κι από τότε, το κοριτσάκι ταξιδεύει. Ακόμα. Α, και δεν είναι πια κοριτσάκι (ή μάλλον οι άλλοι νομίζουν ότι δεν είναι... και εκείνο δεν τους λέει τίποτα, τους αφήνει να πιστεύουν ό,τι θέλουν. είναι πολύ βολική η μεταμφίεση.).
Ό,τι έχει απομείνει από τη συλλογή, το έχει ακόμη σ' ένα συρτάρι, να ανασύρει πού και πού κάνα χαμόγελο, όταν έξω σκοτεινιάζει.
Και τώρα πια ξέρει.. αυτό που τότε δεν μπορούσε να βάλει σε λέξεις...
Το πλοίο μπορεί να είναι ασφαλές στο λιμάνι, αλλά δε φτιάχτηκε για να μένει εκεί...

Wednesday, 27 April 2011

something old...

"Πώς καταφέρνεις να αντέξεις τη νύχτα?", ρωτούσε ξανα και ξανα τον εαυτό της...

Ο χειμώνας δεν έμοιαζε να το έχει πάρει απόφαση να την κανει γι' αλλα μέρη... Όχι, κρύο δεν έκανε. Όμως όλα έμοιαζαν παγωμένα. Σαν κάποιος να είχε ρουφήξει όλη τη ζωή από μέσα τους.... Σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει βίαια.

Δεν περνούσαν οι ωρες τη νύχτα...Αρνούνταν πεισματικά να της κάνουν το χατίρι...

Αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Βγήκε από το σπίτι. Είχε πολύ ανάγκη μία βόλτα. Πού; Δεν έχει σημασία. Μέχρι τ' αστέρια θα ήταν καλά. Αλλά είχε ξεχάσει πώς φτάνει κανείς μέχρι εκεί... Αλήθεια πόσος καιρός να είχε περάσει από την τελευταία φορά; ούτε αυτό δε θυμόταν..

Αφού να πετάξει δεν μπορούσε πια, έπρεπε αναγκαστικά να περπατήσει. Αλλά σιχαινόταν το περπάτημα. Την έκανε να νιώθει κολλημένη στη γη.  Αλλά τι να κάνουμε... είπαμε, δεν είχε ακριβώς επιλογή.

Περπάτησε πολύ, διέσχισε δρόμους, πλατείες, σταυροδρόμια, χρόνια, αναμνήσεις, σκέψεις....Τα κοίταζε από μακριά και συνέχιζε την πορεία της. Κάπου κάπου κοντοστεκόταν. Ίσα για να νιώσει τον αέρα να της χαιδευει το πρόσωπο. Μετά συνέχιζε... Κι όλα έμοιαζαν τόσο παγωμένα...
(Τι χειμώνας κι αυτός! Είχε εγκατασταθεί για τα καλά, η άνοιξη χτυπουσε την πόρτα και κανείς δεν της άνοιγε. Κανείς δεν την άκουγε. )

Κάποια στιγμή, είδε κάπου μακριά μία λάμψη. Τι να ήταν αυτό; Αφού όλα ήταν παγωμένα. Δεν μπορεί να υπήρχε οτιδήποτε λαμπερο σ αυτόν τον κόσμο. Άλλωστε ήταν νυχτα. Τίποτα δεν μπορούσε να τη φωτίσει. (Μέχρι τώρα.)
Και περπάτησε προς τα εκεί, να δει τι ήταν αυτό που φαινόταν τόσο φωτεινό. Σταματησε ν ασχολείται με όλα τα υπόλοιπα που περνούσαν από μπροστά της και προσηλώθηκε στο φως. Κοιτούσε μόνο αυτό. Τίποτα άλλο. Και το πλησίαζε. Προσπαθούσε ακόμα να διακρίνει τι ακριβώς είναι... και πλησίαζε όλο και περισσότερο... Επιτέλους, κάτι ζωντανό σ αυτόν τον ατελείωτο χειμώνα! Τι να ήταν όμως;
Τώρα περπατούσε πιο γρήγορα. Ήθελε να το δει, να το αγγίξει! Δεν άντεχε την αναμονή...Είχε σχεδόν φτάσει!

Άνοιξε τα μάτια.. Πού πήγε το φως; Όλα πάλι σκοτεινά. Μα πώς μπόρεσε ποτέ να πιστεψει ότι ήταν αληθινό; Ένα όνειρο ήταν, κι αυτό και η βόλτα και όλα..
Μόνον ο χειμώνας ήταν πραγματικός. Και δεν έλεγε να περάσει. Ούτε αυτός ούτε κι οι ώρες....

Πώς καταφέρνεις να αντέξεις τη νύχτα?

Monday, 21 February 2011

(does every post have to have a title?)

There is a sweet melancholy about sunday afternoons. The kind that makes you gaze out the window as if looking at something -when in fact your eyes are turned inwards. The music is playing, you hold a cup of coffee and, all of a sudden, there they are...all sorts of memories. No use fighting them off. So you go with the flow, curious where this journey will take you. It usually revolves around all the things that went wrong, the happy moments that could have been, the possibilities that never became reality, the dreams that turned to nightmares...

I've spent many sunday afternoons like that. Each and every one has been unique in its own way. I cherish them as a part of who I am -my very own necklace of small depressive pearls.

Today was different, though. The usual memories came, in all their colored glory. Yet in a completely new dimension. Through the sadness rose a smile. Suddenly, I realized. There is always a reason to be sad- but, if you look hard enough, and this is the tough part, you will find many reasons to be happy.
The first snow after weeks.... Being alone when you want to be alone... The smell of hot coffee... Your favorite song coincidentally playing on the radio.. Small things, things we have elaborately learned to ignore... and the list goes on forever...

The bad side of reality is very easy to look at. We hardly ever miss it. But, while we spend our time observing all that is or has been wrong with our life, there are a thousand little presents today has in store for us; all we have to do is open our arms and accept them. And the best part is... who knows what presents tomorrow will bring?